» Αρχική
09.02.12
ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΔΕΡΟΠΟΛΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟ PDF Εκτύπωση
15.06.10

ΕΙΣΗΓΗΣΗ κ. ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΝΤΟΥΛΑ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ

Α. Η ΗΠΕΙΡΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

 Η προϊστορία της Ηπείρου, τα όρια της οποίας προς Β εκτείνονταν στις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ. έως την αρχαία Βύλλιδα νοτίως του Γενούσου ποταμού, αρχίζει από τη Μέση Παλαιολιθική Περίοδο (± 40000π.Χ.). Οι έντονες ομοιότητες των ευρημάτων αυτής της περιόδου στην τυπολογία των λίθινων και οστέινων εργαλείων υποδεικνύουν την άμεση σχέση του παλαιολιθικού ανθρώπου στην ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου. Η ίδια πολιτιστική ομοιογένεια παρουσιάζεται στη Νεολιθική εποχή (± 7000 - 2000 π.Χ.), στην Εποχή του Χαλκού (2800 - 1100 π.Χ.) και στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου (1120/1100 - 750/700 π.Χ.). Ευρήματα αυτών των περιόδων συναντά κανείς μεταξύ των άλλων περιοχών στην Απολλωνία (Πόγιανη και Μπέλσι), στο Βουθρωτό, στη Βόδριστα, στο Βοδίνο, στην Κακαβιά, στο Κεπαρό κ.α..

 

Με βάση τις φιλολογικές μαρτυρίες και τα αρχαιολογικά δεδομένα στην ηπειρώτικη γη κατοικούσαν δεκατέσσερα μεγάλα φύλα ή έθνη, από τα οποία τις περιοχές των Ιωαννίνων, της Θεσπρωτίας και της Β. Ηπείρου ήλεγχαν τρεις μεγάλες φυλετικές ομάδες: Οι Μολοσσοί, η ισχυρή ηγετική δύναμη που είχε τον έλεγχο των καλύτερων θερινών βοσκοτόπων, με κέντρο το οροπέδιο των Ιωαννίνων. Η Θεσπρωτική ομάδα, που περιλάμβανε φυλές που κάλυπταν τη Ν. Ήπειρο, τις πηγές του Αώου και τμήματα της ανατολικής πλευράς της Πίνδου προς τη Θεσσαλική πεδιάδα. Οι Χάονες, που εκτείνονταν από το βόρειο άκρο του κόλπου του Αυλώνα έως το νότιο άκρο της πεδιάδας της Κονίσπολης, συμπεριλαμβανομένης και της πεδιάδας της Κορυτσάς. 

Η συμμετοχή στις μεγάλες αυτές ομάδες δεν ήταν πάντα σταθερή. Πολλές φορές τα όρια επικράτησής τους μεταβάλλονταν εξαιτίας των μετακινήσεων για αναζήτηση καλύτερων τόπων βοσκής και λόγω διαφόρων πολιτικών μεταβολών.
Τα ηπειρωτικά φύλα από την εποχή της ίδρυσης των ελληνικών αποικιών στα παράλια της Ηπείρου (8ος - 7ος αι. π.Χ.) έως την ολοκλήρωση της ενότητάς της, στις αρχές των ελληνιστικών χρόνων (συμβατικά στα 330/325 π.Χ.), πέρασαν σταδιακά από την αγροτική και κτηνοτροφική κοινωνία στον αστικό τρόπο ζωής, από την «κατά κώμας» διαβίωση στους οργανωμένους οικισμούς και κώμες του 5ου και 4ου αι. π.Χ.. Άφθονα οικοδομικά κατάλοιπα και σποραδικά ευρήματα, που χρονολογούνται από τον 7ο - 5ο αι. π.Χ., έχουν διαπιστωθεί σε όλες τις περιοχές της Ηπείρου και στη Δερόπολη, όπως για παράδειγμα στην Πέπελη, στο Σελλιό - Κλεισάρι κ.α..
Στα τέλη του 5ου αι. π.Χ. συντελούνται στην Ήπειρο από το βασιλιά Θαρύπα θεμελιώδεις αλλαγές, όπως η θέσπιση νόμων, ο αστικός χαρακτήρας της πολιτείας, η διεύρυνση των ετήσιων αρχών, η εισαγωγή της ελληνικής γραφής και πιθανώς η κοπή των πρώτων νομισμάτων κατά τα αττικά πρότυπα, δηλαδή η οργάνωση του κράτους “ελληνικοίς έθεσι και γράμμασι και νόμοις φιλανθρώποις” (Πλούταρχος, Πύρρος 1).
Σύμφωνα με τις επιγραφικές μαρτυρίες τα κύρια ονόματα, τα εθνικά τοπωνυμικά, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, και τα ονόματα των μηνών ήταν ελληνικά. Οι πόλεις, σε αντίθεση με τις πόλεις των Ιλλυρικών φύλων, καλλιεργούν σχέσεις μεταξύ τους αλλά και με άλλες ελληνικές πόλεις και Ιερά και λάτρευαν τους ελληνικούς θεούς.
Παράλληλα με τη δημιουργία των πόλεων την ίδια περίοδο αρχίζει η συνένωση των φύλων υπό την αιγίδα ισχυρών πολιτικών κοινοπραξιών με την πρωτοβουλία των Μολοσσών, οι οποίοι δημιουργούν το Κοινόν των Μολοσσών (αρχές 4ου αι. πΧ. έως το 340 π.Χ. περίπου). Στο ισχυρό αυτό Κοινό συμμετείχαν δεκαπέντε ηπειρωτικά φύλα.
Στο α' μισό του 4ου αι. π.Χ., όπου η πόλη διαμορφώνεται ως πολιτικό κέντρο του φύλου - κράτους, αρχίζει να ελλοχεύει ο κίνδυνος από βορρά. Ιλλυρικά φύλα δημιουργούν προβλήματα υπό τον Βάρδυλι, ο οποίος εξασφαλίζει εδάφη εις βάρος των Χαόνων. Στη μάχη του 384 π.Χ., κατά την πρώτη εισβολή Ιλλυριών σε ηπειρωτικά εδάφη, οι Ηπειρώτες υπό τους Μολοσσούς αντιπαρατίθενται με 15000 άνδρες. Η επόμενη εισβολή το 360 π.Χ. είχε ως αποτέλεσμα την απαλλαγή από τον Ιλλυρικό κίνδυνο με τη βοήθεια του Μακεδόνα Φιλίππου του Β', ο οποίος το 358 π.Χ. αντιστρέφει οριστικά την κατάσταση.
Στα χρόνια της βασιλείας του Αλεξάνδρου Α΄, αδελφού της μολοσσίδας πριγκίπισσας Ολυμπιάδας και μητέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, το Κοινόν των Μολοσσών διαδέχεται η Συμμαχία των Ηπειρωτών (340 - 234/2 π.Χ.). Η πολιτική αυτή δύναμη διατηρήθηκε έως τη βίαιη έξωση της βασιλείας και την ανακήρυξη της Δημοκρατίας. Τη διαδέχτηκε το Κοινό των Ηπειρωτών (234/2 - 167π.Χ.), το οποίο συνένωσε την πλειονότητα των φύλων - κρατών της αρχαίας Ηπείρου.
Η ευρύτητα της νέας ηπειρωτικής συμμαχίας και προς τα Β όρια του ελληνισμού αποδεικνύεται, εκτός των άλλων, και από το τιμητικό ψήφισμα, χαραγμένο σε λίθινο βάθρο μπροστά από το βουλευτήριο της Δωδώνης, με απόφαση του Κοινού των Βυλλιώνων, που εκτείνονταν βορείως του Άνω Ρου του ποταμού Αώου.
Ο 4ος αι. π.Χ. θεωρείται ορόσημο για την περιοχή της Ηπείρου. Είναι η εποχή της ακμής των πόλεων. Στην περιοχή της Β. Ηπείρου αναπτύσσονται σημαντικές πόλεις, όπως η Αμαντία στη νότια όχθη του Μέσου Ρου Αώου, ο Βουθρωτός και η Φοινίκη, έδρα του Κοινού των Χαόνων, που προϋπήρχε από τον 5ο αι. π.Χ., απλά αναπτύχθηκε και οργανώθηκε κυρίως τον 4ο αι. π.Χ..
Στον 3ο αι. π.Χ. αναδεικνύεται η ηγετική μορφή του Πύρρου, υπό την αιγίδα του οποίου τα ηπειρωτικά φύλα φιλοδοξούν να αναμιχθούν στις ελληνικές υποθέσεις με πολιτικές επιδιώξεις. Συγχρόνως με το όραμα του Πύρρου για τη δημιουργία μιας μεγάλης ελληνικής αυτοκρατορίας στη Δύση, αντίστοιχης αυτής του Μ. Αλεξάνδρου στην ανατολή, στην ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου χτίζονται πόλεις, θέατρα, μεγαλοπρεπή οικοδομήματα, μνημεία τέχνης και ανακαινίζονται ιερά, όπως αυτό της Δωδώνης που εξωραΐζεται εκ θεμελίων.
Για να ενισχυθεί η άμυνα του εκτεταμένου πλέον βασιλείου του Πύρρου χτίζονται νέες πόλεις, ενισχύονται οι παλιές και δημιουργείται ισχυρό αμυντικό πλέγμα ακροπόλεων σε θέσεις στρατηγικής σημασίας.
Στην πεδιάδα της Δερόπολης ιδρύεται από τον Πύρρο το 295 - 290 π.Χ. η Αντιγόνεια, προς τιμήν της πρώτης γυναίκας του, με ισχυρό τείχος μήκους 4 χλμ., ενώ ισχυρές θέσεις διακρίνουμε σε πολλές περιοχές όπως στη Μάλτσανη, στη Χιμάρα κ.α..
Το 167 π.Χ. οι προαιώνιοι εχθροί των Ηπειρωτών, οι Ρωμαίοι υπό τον Αιμίλιο Παύλο, καταστρέφουν με απόφαση της Συγκλήτου 70 ηπειρώτικες πόλεις και πολίσματα και οδηγούν δούλους στη Ρώμη 150000 νέες και νέους. Παντού επικρατεί ερημιά και εγκατάλειψη. Ακόμη και το Ιερό της Δωδώνης βρίσκεται σε κατάσταση μαρασμού. Η ερήμωση βέβαια δεν ήταν ομοιόμορφη. Η Χαονία δεν γνώρισε την καταστροφή από τους Ρωμαίους.
Η πρωτοφανής, σε σχέση με τα άλλα ελληνικά κράτη, καταστροφή συνεχίζεται μέχρι το 159/157 π.Χ., όπου τοποθετείται ο θάνατος του Χάρωπος του Νεότερου, γνωστού φιλορωμαίου τυράννου της Φοινίκης, τον οποίο ο ιστορικός Πολύβιος χαρακτηρίζει ως τον «ασεβέτερον και παρανομώτερον των ανθρώπων».
Μικρές αναλαμπές διαπιστώνονται μετά το 148 π.Χ., εποχή κατά την οποία η Ελλάδα ολόκληρη μεταβλήθηκε σε ρωμαϊκή επαρχία. Χαρακτηριστικά ρωμαϊκά δημιουργήματα αυτής της εποχής είναι η Ανδριανούπολη στην πεδιάδα της Δερόπολης, το θέατρο στα Σωκρατικά κ.α..
Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι με τη ρωμαϊκή κατάκτηση και τις πολιτιστικές οπισθοδρομήσεις που προκάλεσε, ιδιαίτερα στην ενδοχώρα της Ηπείρου, τελειώνει οριστικά η λαμπρή της πορεία.



Β. ΟΙ ΑΡΧΑΙΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΣΤΗ ΔΕΡΟΠΟΛΗ

Αργυρόκαστρο:Στο μεσαιωνικό κάστρο της πόλης αποκαλύφθηκαν λείψανα ζωής ενός οικισμού στο λόφο του 4ου και 3ου αι. π.Χ.. Ο λόφος οχυρώθηκε τον 5ο αι. μ.Χ.. Κατά την παράδοση θεωρείται ότι ιδρύθηκε από μία ελληνίδα πριγκίπισσα ονομαζόμενη Αργυρώ.

Κοσοβίτσα: Σε σπήλαιο της Κοσοβίτσας έχουν περισυλλεγεί επιφανειακά ευρήματα, που υποδεικνύουν θέση της παλαιολιθικής περιόδου (± 40.000 π.Χ.).

Αντιγόνεια: Σημαντική πόλη της Χαονίας, ταυτίζεται με την ανασκαμμένη πόλη στην περιοχή του Αργυροκάστρου, Β του σημερινού χωριού Σαρακίνιστα, στη θέση όπου βρέθηκαν χάλκινοι δικαστικοί ψήφοι με το εθνικό ΑΝΤΙΓΟΝΕΩΝ. Ο τόπος ίδρυσης της πόλης αποτέλεσε το αντικείμενο μελέτης πολλών ερευνητών. Η αναφορά του Τίτου Λίβιου στο σημαντικό ρόλο της Αντιγόνειας στη μάχη του Quiptus Flaminious με τον Φίλιππο Ε', καθώς και η μαρτυρία του Πολύβιου “δια των παρ' Αντιγόνειων στενών” οδήγησε αρχικά σε εσφαλμένα συμπεράσματα με προτάσεις τοποθέτησης της Αντιγόνειας στο σημερινό Τεπελένι ή στο σημερινό χωριό Λέκλη.
Η πόλη είναι χτισμένη επάνω σε ψηλό λόφο (υψ. 760μ.), που εποπτεύει την κοιλάδα του Δρίνου, σε απόσταση 5 χλμ. Α του Αργυροκάστρου. Το όνομά της οφείλεται στο βασιλιά των Μολοσσών Πύρρο, που έχτισε την πόλη το 295 - 290 π.Χ. στη θέση αρχαιότερου οικισμού και της χάρισε το όνομα της πρώτης του συζύγου Αντιγόνης, κόρης του Μακεδόνα Φιλίππου και της Βερενίκης.
Η πόλη περιβάλλεται από όλες τις πλευρές από ψηλές οροσειρές, που την απομονώνουν γεωγραφικά. Τη γεωγραφική απομόνωση διασπούν βατά μονοπάτια και χαράδρες, που λειτουργούν ως φυσικές δίοδοι και ενώνουν την Αντιγόνεια με τις γύρω περιοχές.
Λόγω της στρατηγικής της θέσης, αφού επόπτευε το δρόμο που οδηγούσε από την Απολλωνία και τον Αυλώνα στην υπόλοιπη Ήπειρο και έφραζε την είσοδο από τα Β προς την κοιλάδα του Δρίνου, ο Πύρρος οχύρωσε την πόλη με μακρότατα και ισχυρά ισοδομικά τείχη, μήκους 4 χλμ., ενισχυμένα με 13 τετράγωνους πύργους.
Η πόλη χωρίζεται με διατειχίσματα σε τρεις ζώνες και διαιρείται κατά το ιπποδάμειο πολεοδομικό σύστημα σε ορθογώνιες οικοδομικές νησίδες (διαστ. 104Χ52 μ.). Ο κεντρικός δρόμος της πόλης (πλάτ. 7 μ.) τη διασχίζει κατά μήκος και φέρει πλακόστρωτα πεζοδρόμια στις δύο πλευρές (πλάτ. 1,50 μ.). Πυκνοί, κάθετοι προς τον προηγούμενο δρόμοι (πλάτ. 5,20 μ.) συμπληρώνουν τον κάνναβο και οριοθετούν τις νησίδες, οι οποίες με τη σειρά τους διαιρούνται με αγωγό σε δύο σειρές οκτώ κατοικιών (διαστ. 16Χ13 μ.).
Η αγορά της πόλης εντάσσεται στο ορθογώνιο σύστημα, καταλαμβάνει το νοτιοανατολικό τμήμα της πόλης και περιλαμβάνει εκτός άλλων στοά (μήκ. 59 μ.) και περίστυλο οικοδόμημα (διαστ. 18Χ8,20 μ.). Η κύρια είσοδος του οικοδομήματος είναι στα Δ. Έχουν αποκαλυφθεί δωμάτια και ένας διάδρομος από Β προς Ν. Το δάπεδο είναι από πατημένο πηλό. Σύμφωνα με τα ευρήματα και την αρχιτεκτονική του το οικοδόμημα χρονολογείται στον 3ο - 2ο αι. π.Χ..
Αποκαλύφθηκε επίσης και ένα άλλο ορθογώνιο περίστυλο οικοδόμημα (διαστ. 37Χ24 μ.) με την πρόσοψή του προς τα Ν. Χαρακτηριστικό του στοιχείο είναι η ορθογώνια αυλή (διαστ. 6,80Χ7,80 μ.), που περιβάλλονταν από 12 κίονες. Το δάπεδο της αυλής ήταν διακοσμημένο με ψηφιδωτό που χρονολογείται στον 3ο αι. π.Χ.. Την αυλή περιτρέχει διάδρομος, που πλαισιώνεται από δωμάτια με ποικίλες διαστάσεις.
Γενικότερα η ομοιότητα της Αντιγόνειας με μία άλλη μεγάλη πόλη της Ηπείρου, την Κασσώπη στην Πρέβεζα, είναι σαφής. Η γεωγραφική θέση της Αντιγόνειας, η μεγάλη έκταση και το επίμηκες και ισχυρό τείχος της υπογραμμίζουν την εμπορική, οικονομική και κοινωνική σημασία της πόλης στην περιοχή.
Τα κινητά ευρήματα από την Αντιγόνεια (κεραμικά, νομίσματα, εργαλεία, έργα τέχνης) υποδηλώνουν επίσης ανεπτυγμένο κοινωνικό και πολιτιστικό επίπεδο, αντίστοιχο των άλλων ηπειρωτικών πόλεων. Η αρχαιολογική έρευνα έφερε στο φως ορειχάλκινο αγγείο σε σχήμα σφίγγας (3ος αι. π.Χ.) και άγαλμα του Ποσειδώνα της ίδιας περιόδου. Μικρή στήλη με αναθηματική επιγραφή του 3ου ή 2ου αι. π.Χ. προέρχεται από την περιοχή και εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων. Τα έργα αυτά, σε συνδυασμό με τις ελληνικές ψήφους, φανερώνουν την ελληνική επίδραση που ασκήθηκε προς Β με άμεσους αποδέκτες τους Ιλλυριούς κατά τους ελληνιστικούς χρόνους.
Δικά της νομίσματα δεν έκοψε η πόλη, παρόλο που βρέθηκαν κομμάτια χαλκού με διάμετρο ίση με αυτή των νομισμάτων και παρά τις εμπορικές σχέσεις με την Απολλωνία, την Κέρκυρα, πόλεις της Ηπείρου και τον κόλπο της Αμβρακίας. Απεναντίας νομίσματα από τις παραπάνω πόλεις βρέθηκαν στην Αντιγόνεια, τα οποία υποδηλώνουν ότι πρόκειται για πόλη πρωταρχικής σημασίας, που αποτελούσε το οικονομικό και εμπορικό κέντρο της κοιλάδας του Δρίνου.
Η Αντιγόνεια πρέπει να ήταν και πολιτικό κέντρο της περιοχής παρόλο που δεν υπάρχουν σχετικές ιστορικές και επιγραφικές μαρτυρίες, που να αναφέρονται στον πολιτικό της χαρακτήρα ή στην ύπαρξη Κοινού με έδρα την Αντιγόνεια. Αν λάβει όμως κανείς υπόψη τη σχέση με τους υπόλοιπους οικισμούς της κοιλάδας του Δρίνου, η υπόθεση ότι η Αντιγόνεια μπορεί να αποτέλεσε την έδρα ενός Κοινού δεν φαίνεται απίθανη. Οι γύρω οχυρωμένοι και ανοχύρωτοι οικισμοί καταλαμβάνουν καίριες θέσεις στα σημεία των φυσικών διόδων. Οι οικισμοί αυτοί, μικρότερης οικονομικής σημασίας, προφανώς συμβάλλουν στο περιφερειακό, αμυντικό σύστημα της Αντιγόνειας, όπως και σε άλλα σημαντικά πολιτικά και οικονομικά κέντρα της Ηπείρου (Φοινίκη). Σύμφωνα με το σύστημα αυτό η πρωτεύουσα - πόλη βρίσκεται στο κέντρο μιας εύφορης περιοχής και περιβάλλεται από μικρότερους οικισμούς, οι οποίοι αποτελούν ένα δεύτερο προστατευτικό τείχος.
Ο ιστορικός Πολύβιος το 230 π.Χ. αναφέρει και την Αντιγόνεια μεταξύ των άλλων πόλεων, που λεηλάτησαν οι Ιλλυριοί και οι Γαλάτες.
Το 198 π.Χ. στην Αντιγόνεια δόθηκε μεγάλη μάχη ανάμεσα στο Φίλιππο Ε' της Μακεδονίας και τον Ρωμαίο Τίτο Φλαμίνο. Οι Ρωμαίοι νίκησαν και ο Ρωμαίος ύπατος συνέχισε την πορεία του προς τη Θεσσαλία, όπου στις Κυνός Κεφαλές έδωσε αποφασιστική και νικηφόρα γι' αυτόν μάχη το 197 π.Χ..

Λάμποβο: Το οχυρό Λάμποβο στο βουνό Μπορέτο καταλαμβάνει μία περιοχή 0,78 εκταρίων και περικλείνεται από τείχος στη βόρεια και ανατολική πλευρά, ενώ η δυτική και νότια πλευρά δεν είναι οχυρωμένη. Η τεχνική κατασκευής του και η μελέτη των ευρημάτων υποδεικνύουν δύο οικοδομικές φάσεις του οχυρού, από τις οποίες η νεότερη τοποθετείται στον 3ο και 2ο αι. π.Χ..
Δρυϊνούπολις: Σε απόσταση 6 χλμ. από την Αντιγόνεια, Α της κύριας οδού που οδηγεί στο χωριό Γράψη, στο κέντρο της κοιλάδας του Δρίνου ή της Δερόπολης, βρίσκεται η οχυρή θέση στην τοποθεσία Μέλιανη, η οποία χτίστηκε τον 3ο αι. π.Χ. για στρατιωτικούς λόγους, καθώς διευκόλυνε τον έλεγχο της κοιλάδας του Δρίνου. Στην ίδια περιοχή τοποθετείται κατά μία άποψη και η αρχαία πόλη. Δρυϊνούπολις, η οποία έως το 295/290 π.Χ. ήταν το κέντρο όλης της κοιλάδας του ποταμού Δρίνου, με απόλυτο έλεγχο του οδικού άξονα από Β προς Ν. Άγνωστα παραμένουν τα στοιχεία για την ίδρυση της πόλης και για τους λόγους της ερήμωσής της. Στην ίδια τοποθεσία μεταξύ Βραχοζοραντζής και Νεπράβιστας, βρέθηκαν στην επιφάνεια του εδάφους σποραδικά οικοδομικά κατάλοιπα και δύο σπόνδυλοι από κίονα. Σε χαμηλότερο υψόμετρο από τη θέση Μέλιανη και σε απόσταση 500 μ. από αυτή ανακαλύφτηκαν τρεις επιτύμβιες στήλες, μάλλον της ελληνιστικής περιόδου, ιδιαίτερης αρχαιολογικής αξίας. Οι κάτοικοι της περιοχής ονομάζουν την περιοχή “Παλαιόπολις”. Η πραγματοποίηση ανασκαφών ενδεχομένως να αποδείξει ότι πρόκειται για τη Δρυϊνούπολη.
Στην περιοχή, τέλος, ανάμεσα από Γεωργουτσάτες και Γράψη αποκαλύφθηκε παλαιότερα τάφος με χρυσά κτερίσματα (γουρούνα με γουρουνόπουλα), τα οποία παραδόθηκαν στην αλβανική αρχαιολογική υπηρεσία και έκτοτε αγνοείται η τύχη τους.
Ενώ κατά την κατασκευή του νέου δρόμου Κακαβιάς - Αργυροκάστρου ανακαλύφθηκε αρχαίος τάφος. Και αυτά τα ευρήματα εξαφανίστηκαν.

Ανδριανούπολις:Δίπλα στο σημερινό χωριό Σοφράτικα, διασώζονται τα ερείπια της αρχαίας Ανδριανούπολης. Η ίδρυση της πόλης συνδέεται με το ρωμαίο αυτοκράτορα Ανδριανό (117-138 μ.Χ.). Στην ίδια περιοχή κοντά σε πολυάριθμους τάφους του 2ου και 3ου αι. μ.Χ. με πλούσια κτερίσματα, μεταξύ των οποίων μία δακρυδόχος και δύο αμφορείς, διασώζεται και ένα μικρό θέατρο, το οποίο όμως δεν έχει κατασκευασθεί, όπως συνήθως, σε φυσικό λόφο. Ο εξωτερικός του τοίχος σχηματίζει ένα ημικύκλιο μήκους 58 μ. και ύψους περίπου 15 μ. Το θέατρο αυτό ήταν χωρητικότητας 4.000 θεατών και τα υπολείμματα μαρμάρινων βάσεων και αγαλμάτων αποδεικνύουν ότι το οικοδόμημα της σκηνής πρέπει να διέθετε πλούσιο στολισμό.
Από την ύστερη αρχαιότητα υπάρχουν μόνο λίγα κατάλοιπα, μεταξύ των οποίων και ένας ναΐσκος.
Ο βυζαντινός αυτοκράτορας Ιουστινιανός, στο πλαίσιο της οχυρωματικής του δραστηριότητας, μετέφερε την Ανδριανούπολη κατά 4 χλμ. ΝΑ της αρχικής, σε κατάλληλη για ασφαλή οχύρωση θέση, κοντά στη σημερινή Επισκοπή, στην ανατολική ακτή του Δρίνου.
Τα εντυπωσιακά ερείπια των τειχών της νέας πόλης, που προσωρινά έλαβε το όνομα Ιουστινιανούπολις, το επιμελημένο υδραγωγείο και η παλαιοχριστιανική βασιλική δείχνουν τη σημασία που δόθηκε στην οικοδόμηση της πόλης και έμμεσα την οικοδομική ευρωστία της.
Η Ανδριανούπολη εξακολούθησε να κατέχει αυτή τη θέση σε όλη τη διάρκεια της βυζαντινής εποχής, αν και από τον 11ο αι. π.Χ. εμφανίζεται στις πηγές με το όνομα Δρυινούπολις, που προέρχεται είτε από παραφθορά του αρχικού της ονόματος (Ανδριανούπολις - Ανδρονόπολις - Δρυϊνούπολις) είτε από περίπλοκο συμφυρμό των λέξεων αυτών.

Βόδριστα: Από το χωριό Βόδριστα της Άνω Δερόπολης προέρχονται αρχαιολογικά ευρήματα, μεταξύ των οποίων τύμβοι που χρονολογούνται από το 1800 π.Χ. έως τους ρωμαϊκούς χρόνους.

Κακκαβιά : Τύμβος που περιείχε κιβωτιόσχημο τάφο της εποχής του χαλκού (2500 - 1100 π.Χ.) ανακαλύφθηκε στο χωριό αυτό. Τα κτερίσματα του τάφου και η τυπολογία του προσομοιάζουν με αντίστοιχα ευρήματα στο Θεριακήσι και στην Ασφάκα Ιωαννίνων, στην κοιλάδα του Γορμού στο Πωγώνι κ.α..

Βοδίνο: Στον κάμπο του χωριού Βοδίνο, μεταξύ Βόδριστας - Κακαβιάς, βρέθηκαν τη 10ετία του 1960 πέντε τύμβοι. Μέρος των ευρημάτων των τύμβων βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Τιράνων (πήλινα αγγεία). Οι τύμβοι καταστράφηκαν από τις αλβανικές αρχές το 1967, με το επιχείρημα να δοθεί στην καλλιέργεια η συγκεκριμένη έκταση. Η τυπολογία των τύμβων και τα ευρήματά τους παραπέμπουν στην ίδια εποχή με αυτούς της Κακαβιάς και της Βόδριστας.

Πέπελη: Κοντά στο χωριό Πέπελη της Άνω Δερόπολης, στη θέση “Παλαιοκαστρί”, σώζονται τα λείψανα αρχαίου οχυρού, που περιβάλλει περιοχή περίπου 31 εκταρίων. Το τείχος, κατασκευασμένο από ακατέργαστους λίθους, έχει δύο πύργους και μία είσοδο που χρονολογούνται στα τέλη του 7ου αι. π.Χ..

Σελλιό - Κλεισάρι:Μεταξύ των δύο αυτών χωριών της Άνω Δερόπολης στη θέση “Καστρί”, κοντά στο νερόμυλο, σώζονται λείψανα αρχαίου οχυρού. Το οχυρό είναι κατασκευασμένο από πολυγωνικούς λαξευμένους ογκόλιθους. Στην κορυφή της συγκεκριμένης θέσης σώζονται ερείπια, που πιθανολογείται ότι ανήκουν σε αρχαίο ναό. Στη δεκαετία του 1980 πραγματοποιήθηκαν ανασκαφές, κατά τις οποίες βρέθηκε μεγάλος αριθμός, κυρίως, πήλινων αντικειμένων. Ο χρόνος κατασκευής του οχυρού δεν είναι προσδιορισμένος, αν και ο τρόπος οικοδόμησής του παραπέμπει σε μεταγενέστερο χρόνο από αυτόν του οχυρού της Πέπελης. Κοντά στην περιοχή αυτή, στον οικισμό Λικομίλι, ανακαλύφτηκαν αρχαίοι τάφοι. Τα ανθρώπινα οστά που βρέθηκαν στους τάφους είναι υπερμεγέθη σε σχέση με το σημερινό άνθρωπο. Δυστυχώς τα ευρήματα στο Καστρί και το Λικομίλι δεν έχουν μελετηθεί ακόμη επιστημονικά.

Κλείνοντας την εισήγησή μου αυτή για την αρχαιολογική τοπογραφία της Δερόπολης θέλω να τονίσω τα εξής. Ο πλούτος των έως σήμερα διαπιστωμένων αρχαίων θέσεων στην Ήπειρο, μεταξύ των οποίων ιδιαίτερα Ιερά και πόλεις, υποδεικνύει ένα πολυσήμαντο ιστορικό χώρο, με διάρκεια και επίπεδο ζωής και, κυρίως, με αναμφισβήτητη ελληνικότητα. Την ελληνικότητα του χώρου αυτού ήλθε να επιβεβαιώσει με σαφή επιστημονικό τρόπο και η μελέτη των μέχρι πρότινος απρόσιτων αρχαιολογικών χώρων της Δερόπολης, αλλά και της Β. Ηπείρου γενικότερα.

Μιχάλης Χρ. Παντούλας
Βουλευτής Ν. Ιωαννίνων
Φιλόλογος 

 

 
< Προηγ.   Επόμ. >